atonement
[ə’tōnmənt]
ουσ. επανόρθωση, εξιλέωση, εξιλασμός: in atonement for.. για εξιλέωση του.. §make atonement for εξιλεώνομαι για..
Πως επανορθώνεις το χρόνο που έχεις χάσει;
Πως μπορείς να εξιλεωθείς για όσα δεν έζησες γιατί πεισματικά κρατούσες το βλέμμα σου στο δάχτυλο, ενώ όλοι σου δείχναν το δάσος;
Πολύ απλά! Σηκώνεις το κεφάλι, αδειάζεις όλες τις σκέψεις σου, γεμίζεις θετική ενέργεια και κάνεις το πρώτο βήμα σε μια πορεία που δεν ξέρεις που οδηγεί, που θα σου δείχνει τη σιγουριά της ακινησίας σε κάθε σου βήμα και θα σε κουράζει απίστευτα! Η πορεία είναι μόνο μπροστά!
Για να επανορθώσεις,
να εξιλεωθείς,
να συγχωρήσεις,
να υπαναχωρήσεις,
να αγαπήσεις,
να αγαπηθείς,
να λατρέψεις,
να πιστέψεις,
να καρδιοχτυπήσεις,
να χαρείς,
να γευθείς,
να αφεθείς,
να ζήσεις… πρέπει να πας μπροστά! ΑΠΛΑ!



χρειάζεται να ΘΕΛΕΙΣ!
Τίποτ΄άλλο…
τα φιλιά μου από Βιέννη, όπως πάντα
υγ. δεν είναι [/etOunment/] ρε… σε στείλαμε και στα εξωτερικά πανάθεμά σε…
\ə’tōnmənt\ είναι… τι τα σπουδάσαμε τα έρμα και μας βγήκε η πίστη δύο εξάμηνα μέχρι να περάσουμε το μάθημα, με λές; :)))
αχ σου την είπα τώρα και νιώθω υπεράνω… χαχαχ
By: Ατίθασο Πνεύμα on Μαΐου 5, 2010
at 3:07 πμ
Φιλάκια από Σέρρες! Πίσω από κάθε θέλω, υπάρχει κι ένας δρόμος …
Σε ευχαριστώ πολύ για την διόρθωση… όπως είδες το άλλαξα!
By: palavos on Μαΐου 5, 2010
at 12:25 μμ